παράβλημα


παράβλημα
παρά-βλημα, τό, das Vorgeworfene, bes. Futter der Tiere; πάντα παρασκευασάμενος ὡς ἐς ναυμαχίαν καὶ τὰ παραβλήματα παραβαλών, Schutzdecken, welche an den Seiten der Schiffe gegen die Geschosse der Feinde ausgehängt wurden

Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • παράβλημα — that which is thrown beside neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • παράβλημα — Εξάρτημα που χρησιμοποιείται για τη μείωση της έντασης των χτυπημάτων ενός πλοίου πάνω στην προβλήτα ή στα πλευρά άλλου πλοίου. Λέγεται και στρωμάτσο. Τα π. κρεμιούνται πριν από το άραγμα ή στερεώνονται στα σημεία εκείνα που δέχονται τα χτυπήματα …   Dictionary of Greek

  • παραβλημάτων — παράβλημα that which is thrown beside neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • παραβλήματα — παράβλημα that which is thrown beside neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • παραβλήματι — παράβλημα that which is thrown beside neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • παραβλήματος — παράβλημα that which is thrown beside neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • CAPITUM Animalis — quod vendere militem vetat Aurelianus Imperator apud Vopiscum, c. 7. pabulum iumentorum est, ut Ammian. interpretatur, l. 22. quomodo vox accipitur in l. 7. 13. 17. Cod. Theodos. de Erogat. milit. ann. et alibi, et palea vettitur, l. 9. Capitatio …   Hofmann J. Lexicon universale

  • βλήμα — Κάθε αντικείμενο, το οποίο εκσφενδονίζεται με τη βοήθεια εξωτερικής δύναμης και το οποίο συνεχίζει την κίνησή του λόγω της αδράνειάς του ως σφαίρα, βόμβα, οβίδα ή βομβίδα. Ο όρος επεκτείνεται σήμερα και εφαρμόζεται στους πυραύλους και στα… …   Dictionary of Greek

  • ρίπος — ο / ῥῑπος, ΝΑ, και ῥῑπος, τὸ, Α νεοελλ. ναυτ. 1. πλέγμα υφαντό ή χειρόπλεχτο από φθαρμένα σχοινιά, που χρησιμεύει για να τυλίγουν τα χοντρά σχοινιά και να τά προστατεύει από την τριβή 2. φρ. «ρίπος σύγκρουσης» ή «ρίπος Μακάροφ» ορθογώνιο… …   Dictionary of Greek

  • στρωμάτσα — η, Ν ναυτ. παράβλημα σχηματιζόμενο από παλαιά σχοινιά ή πανιά που κρέμεται στα πλευρά τού πλοίου για να τό προφυλάσσει από τις κρούσεις και την τριβή με την προβλήτα ή άλλα αγκυροβολημένα πλοία, αλλ. μάλαγμα …   Dictionary of Greek


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.